Αρχαία Ελλάδα - Σήμερα

12 Δεκ 2012

ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Την εποχή του Μυκηναϊκού πολιτισμού 1600 – 1100 π. Χ ακμάζει στις πόλεις –κράτη της Ηπειρωτικής Ελλάδας από τα ελληνόφωνα φύλα η μεταλλοτεχνία( χαλκός , ασήμι, κασσίτερος , χρυσός)και αναπτύσσεται ιδιαίτερα η τέχνη της Χρυσοχοΐας και η επεξεργασία των ημιπολύτιμων λίθων(σφραγιδογλυφία).
Πολλές ανασκαφές τάφων αποκαλύπτουν σκεύη της καθημερινής ζωής από χαλκό και ασήμι , εγχειρίδια και ξίφη με εμπίεστη διακόσμηση, αλλά κυρίως πληθώρα χρυσών κοσμημάτων, όπως αυτά που βρέθηκαν στους βασιλικούς τάφους των ταφικών κύκλων Α και Β της Ακρόπολης των Μυκηνών.

 


Τα περισσότερα από αυτά τα κοσμήματα είναι σφυρήλατα με εξώγλυφο διάκοσμό, δουλεμένα περίτεχνα σε χρυσό έλασμα , όπως οι χρυσές βασιλικές μάσκες της πρώιμης Μυκηναϊκής περιόδου , συχνά όμως συνδυάζουν και άλλες ύλες όπως το ασήμι, το χαλκό, το σμάλτο και τους ημιπολύτιμους λίθους. Τα Μυκηναϊκά κοσμήματα που φορούσαν τόσο οι βασιλείς και η άρχουσα τάξη, ήταν σύμβολα εξουσία, κατασκευασμένα με ποικίλες τεχνικές και πλούσια θεματολογία. Διαδήματα και βραχιόλια από λεπτό φύλλο χρυσού , με έκτυπο διάκοσμο από σπειροειδή μοτίβα και πολύφυλλους ρόδακες. Περόνες χρυσές, ασημένιες ή χάλκινες για το στήθος, με σφαιρικές κεφαλές από ορεία , κρύσταλλο ή ελεφαντόδοντο. Βαριές ζώνες από μονοκόμματο χρυσό έλασμα με έκτυπη γεωμετρική διακόσμηση – συχνά και με επιπρόσθετα ασημένια στοιχεία- χρυσοί σφηκωτήρες για να συγκρατούν τα μαλλιά των γυναικών.
Επίσης χρυσά δαχτυλίδια- σφραγίδες με ελλειψοειδείς σφεντόνες, συχνά διακοσμημένα με εγχάρακτες παραστάσεις αντίστοιχες των σφραγιδόλιθων , άλλοτε πάλι, στολισμένα με κοκκιδόσεις ή με ένθετο σμάλτο και ημιπολύτιμους λίθους. Τα Μυκηναϊκά περιδέραια, από τα μέσα του 1500 π. Χ είναι επεξεργασμένα με περίτμητα χρυσά ελάσματα σε ποικιλία ζωικά και φυτικά σχέδια όπως κρινοπάπυροι, αχιβάδες, χταπόδια, ενώ το θεματολόγιο εμπλουτίζεται και από την σχηματική καινοτομία της βιολόσχημης χάντρας.

 


Ανάμεσα στα χρυσά αυτά στοιχεία των περιδέραιων , οι Μυκηναΐοι χρυσοχόοι τοποθετούσαν χάντρες από αχάτη , αμέθυστο, ίασπη και κύανο ταγιαρισμένες σε διάφορα επίσης σχήματα ή και απλή υαλόμαζα κατασκευασμένη σε χάντρα πάνω σε λίθινες μήτρες.

 



ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Μετά το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου, στα σκοτεινά λεγόμενα χρόνια( 1100- 900π.Χ) , η αργυροχρυσοχοΐα δεν έχει να επιδείξει τον πλούτο και την φαντασία των προηγούμενων αιώνων. Ο ελλαδικός χώρος και η Ανατολική Μεσόγειος διανύουν μια περίοδο επιδρομών και φυλετικών ανακατατάξεων, που συγκροτούν νέες εθνοκοινωνικές ομάδες. Από τη σκοτεινή αυτή εποχή, γνωστή ως γεωμετρική, ελάχιστα κοσμήματα σώθηκαν.
Όμως η παράδοση που είχε δημιουργηθεί θα επιβιώσει, ανάμικτη με νεότερες επιδράσεις από τον Βορρά, στα χάλκινα και σιδερένια κυρίως κοσμήματα- τα πολύτιμα μέταλλα είναι πολύ σπάνια- των πρώτων αιώνων. Την νέα άνθηση στην κοσμηματοτεχνία θα φέρουν αργότερα, λίγο μετά το 800 π.Χ. οι επαφές με την εξελιγμένη Ανατολή και Αίγυπτο.

 



ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Από το 800 π.Χ. οι ελληνικοί ορίζοντες και πάλι πλάτυναν και νέες πηγές χρυσού από την Κριμαία και τη Λυδία της Μ. Ασίας εμπλούτισαν την πολύτιμη πρώτη ύλη. Ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από την Μαύρη Θάλασσα και την Μ. Ασία μέχρι τη Δυτική Μεσόγειο με κορωνίδα τις ελληνικές αποικίες του Τάραντα και των Συρακουσών στη Σικελία και φυσικά άρχισε πάλι το εμπόριο με την εγγύς Ανατολή και την Φοινίκη.
Έτσι , είναι ευνόητο πως οι ανατολικές επιδράσεις οριοθετούν το ελληνικό θεματολόγιο των χρυσοχόων προσφέροντας νέα στοιχεία.
Μυθικές μορφές, σφίγγες, τέρατα εξωτικά, πτερωτά άλογα, φυτά και ζώα, γύπες και λιοντάρια στολίζουν τα ελληνικά κοσμήματα, με τη σφυρήλατη και την έκκροστη τεχνική , πάνω στις μήτρες. Συγχρόνως κάνουν την εμφάνισή τους μεγάλα και εντυπωσιακά κοσμήματα με τη νέα τεχνική του συρματερού και με επιμέρους διάκοσμο από σμάλτο.
Το 700 π.Χ. για πρώτη φορά κάνουν την εμφάνισή τους στα κοσμήματα η ανθρώπινη μορφή και οι αφηγηματικές μυθολογικές σκηνές σε γλυπτή έκτυπη τρισδιάστατη φόρμα, με ειδικά ορειχάλκινα καλέμια. Αρχαϊκές ελληνικές κοινωνίες του 600 π.Χ. στις παραμονές των περσικών πολέμων χρησιμοποίησαν τα κοσμήματα τόσο ως σύμβολο οικονομικής επιτυχίας όσο και ως πολύτιμα εμπορεύσιμα είδη, προαναγγέλοντας όμως παράλληλα με τα νέα φιλοσοφικά και αισθητικά ιδεώδη τον ΄΄Χρυσό Αιώνα΄΄ των κλασσικών χρόνων.
Κατά την αρχαϊκή περίοδο 600- 475 π.Χ. ενώ η μεταλλοτεχνία παρουσιάζει μεγάλη εξέλιξη και άνθηση, ο τομέας της χρυσοχοΐας στον Ελλαδικό χώρο έχει να επιδείξει ελάχιστα δείγματα.

Αυτή η έλλειψη χρυσών κοσμημάτων μπορεί να εξηγηθεί ίσως με τους Περσικούς πολέμους, και με το γεγονός ότι οι Πέρσες εκείνη την εποχή είχαν το έλεγχο της Μέσης Ανατολής, άρα και των διαθέσιμων ποσοτήτων χρυσού. Όμως στην διάρκεια όλης αυτής της περιόδου η συνέχεια της κοσμηματοτεχνίας δεν διακόπτεται, καθώς οι Έλληνες κοσμηματοποιοί προσφέρουν τώρα την τέχνη τους έξω από τη Ελλάδα, στην ξένη αγορά, δημιουργώντας τα ελληνο- σκυθικά, ελληνο- θρακικά, ελληνο- ετρουσκικά, ελληνο- κελτικά κοσμήματα, έτσι με το τέλος των Περσικών πολέμων , η ελληνικά κοσμηματοτεχνία συνέχισε, σαν να μην υπήρξε καμιά διακοπή, τα εξαιρετικά έργα της με ορισμένες σημαντικές αλλαγές στην τεχνική. 

ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Οι νικηφόροι πόλεμοι μεταξύ 490- 470 π.Χ. έφεραν πολύ χρυσάφι στην Ελλάδα και η χρυσοχοΐα γνώρισε καινούργια άνθηση. Στα κλασσικά χρόνια 475- 330 π.Χ. η προτίμηση στρέφεται περισσότερο στην συρματερή τεχνική αντί της κοκκιδωτής και επανεμφανίζεται το σμάλτο, που είχε χρησιμοποιήσει παλαιότερα η Μυκηναϊκή χρυσοχοΐα, σε συνδυασμό όμως τα τώρα με την συρματερή. Τα κλασσικά κοσμήματα έχουν έναν περισπούδαστο συρματερό και κοκκιωτό διάκοσμο με μορφή ανθρώπων, αλλά και ζώων και λουλουδιών, πάνω σε ελάσματα βραχιολιών. Από τους τάφους της Ερέτριας προέρχονται θαυμαστά δείγματα, αριστουργήματα της αργυροχρυσοχοϊκής αυτής περιόδου.
Μεγάλη έμφαση δίνεται στα σκουλαρίκια, τα οποία γίνονται πολύπλοκα με μικρά λεπτεπίλεπτα άνθινα και ανθρωπόμορφα στοιχεία( έρωτες και θεότητες). Το ίδιο ισχύει και για τα περιδέραια.
Παράλληλα , ένας σημαντικός νεωτερισμός κάνει την εμφάνισή του στην μορφολογία των κλασσικών κοσμημάτων , τα βραχιόλια γίνονται κυλινδρικά, σαν μεγάλοι κούφιου κρίκοι , με απολήξεις από κεφαλές ζώων κυρίως κριαριών σε αντιμέτωπη διάταξη.
Το σχήμα του φιδιού χρησιμοποιείται επίσης για πρώτη φορά σε βραχιόλια και δαχτυλίδια.


ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η καινούργια εποχή που ανατέλλει μέσα από τον μακρόχρονο και καταστρεπτικό Πελοποννησιακό Πόλεμο για τις πόλεις- κράτη του Ελλαδικού χώρου, είναι μια περίοδος σημαντικής ευημερίας και αυξανόμενης λάμψης και δύναμης για την βασιλική αυλή της Μακεδονίας. Οι μεγάλες αλλαγές που σηματοδοτούν την ελληνιστική περίοδο 330- 27 π.Χ. και οφείλονται στις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου και στις επαφές με την Ανατολή και την Αίγυπτο, δεν είναι δυνατόν να αφήσουν ανεπηρέαστη και την κοσμηματοτεχνία. Δεν είναι μόνο η πληθώρα που εκπλήσσει αλλά και η δημιουργία νέων τύπων κοσμημάτων , καθώς και διακοσμητικών θεμάτων. Κ

αθιερώνεται τώρα η πολυχρωμία που επιτυγχάνεται με την χρήση ημιπολύτιμων και μερικές φορές πολύτιμων λίθων όπως ο αμέθυστος, ο γρανάτης.

Τα ευρήματα των βασιλικών Μακεδονικών κοσμημάτων από τους τάφους της Βεργίνας , αποκάλυψαν το υψηλότερο επίπεδο γνώσης της τεχνικής των χρυσοχόων.Πράγματι μένει κανείς έκθαμβος μπροστά στην τελειότητα των εγχάρακτων , αλλά και των έκτυπων διακοσμήσεων πάνω στα χρυσά κοσμήματα και τα χρηστικά αντικείμενα της εποχής. Ιδιαίτερα έμφαση δίνουν και στα κράματα που απομιμούνται το χρυσό, όπως ο περίφημος κρατήρας του Δερβενίου , όπου το έντονο κίτρινο χρώμα προέρχεται από την μεγάλη περιεκτικότητα του κράματος του χαλκού σε κασσίτερο.

Από τα αρχαία κείμενα πληροφορούμαστε ότι κατά τους κλασσικούς χρόνους χρυσοφόρες περιοχές ήταν η Θάσος, η Σίφνος και η Κύπρος. 



ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους στα τέλη του 100 π.Χ. δεν οριοθετεί το τέλος του λαμπρού ελληνικού πολιτισμού, αφού είναι γνωστό ότι οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν την ελληνική φιλοσοφία , τις τέχνες και τα γράμματα, αφήνοντας την πνευματική αυτονομία στις κατεχόμενες κτήσεις. Η χρυσοχοΐα της Ρωμαϊκής περιόδου συνεχίζει την ελληνιστική παράδοση με μια όμως σταδιακή απλοποίηση στη φόρμα.
Η τεχνική του συρματερού και οι κοκκιδώσεις υποχωρούν μπροστά στην όλο και περισσότερο αυξανόμενη προτίμηση στους πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους , ενώ κάνουν την εμφάνισή τους και τα μαργαριτάρια , ως επιμέρους διακοσμητικά στοιχεία. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους εντυπωσιακή είναι η εξέλιξη της σφραγιδογλυφίας, ενώ για πρώτη φορά κάνουν την εμφάνισή τους επιστήθια κοσμήματα που αποτελούνται από ένα μικρό κεντρικό στοιχείο κρεμασμένο από πολύπλοκη και χοντρή αλυσίδα.

Το μενταγιόν αυτό αποτελούνται από χρυσό νόμισμα, που έφερε προτομή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Παράλληλα χρησιμοποιείται μια νέα τεχνική, η διάτρητη τεχνική, η οποία συνίσταται στην αφαίρεση τμημάτων του κόμπου του κοσμήματος, με ειδικά κοπτικά καλέμια, δημιουργώντας έτσι φωτοσκιάσεις αζούρ.
Όλες αυτές οι τάσεις οδηγούν προς την αργυροχρυσοχοΐα των παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών χρόνων.

 



ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Τα βυζαντινά κοσμήματα του 400 -500 μ. Χ παρέμειναν καθαρά διακοσμητικού χαρακτήρα και με ολοένα αυξανόμενη μορφολογική λιτότητα. Η λιτότητα αυτή οφειλόταν εν μέρει και στις οικονομικές δυσκολίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η οποία λόγω των βαρβαρικών επιδρομών και συνεχών πολέμων, αδυνατούσε να προμηθεύσει την αγορά με χρυσό και πολύτιμες πέτρες.
Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από του Φράγκους σταυροφόρους το 1204 μ. Χ. καταστράφηκαν τα περισσότερα έργα τέχνης και αργυροχρυσοχοΐας της βασιλεύουσας, ενώ άλλα παίρνουν τον δρόμο για την Δύση και σήμερα στολίζουν τα μουσεία και τους καθεδρικούς ναούς πολλών πόλεων της Ευρώπης όπως π.χ. του Αγίου Μάρκου της Βενετίας.
Την Κομνήμεια περίοδο, όπου ο βυζαντινός πολιτισμός γνωρίζει μεγάλη άνθηση, διαδέχεται η Παλαιολόγειος , δηλαδή τα ύστερα χρόνια του Βυζαντινού πολιτισμού , ο οποίος χάνεται με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μ.Χ.

 

 



ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Έχοντας ως κύριο άξονα τις πιο κοντινές μνήμες του Βυζαντινού πολιτισμού η νεοελληνική αργυροχρυσοχοΐα, συνεχίζει μια ακόμη παλαιότερη αταβιστική παράδοση , αφομοιώνει και αναπλάθει μια αισθητική βασισμένη όχι μόνο σε ενδογενή στοιχεία , αλλά και σε στοιχεία δανεισμένα τόσο από τη Δύση όσο και από την Ισλαμική Ανατολή.
Το νεοελληνικό κόσμημα, τα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας , χαρακτηρίζεται από μια πηγαία έμπνευση και πρωτοτυπία, αλλά κυρίως από το πάθος του ανώνυμου καλλιτέχνη ΄΄χρυσικού΄΄ να δημιουργήσει με υπομονή κάτι ξέχωρο και μοναδικό, έστω και με τα ευτελή υλικά που διέθετε , λόγω της γενικότερης φτώχιας των κατακτημένων Ελλήνων. Έτσι, χρησιμοποιεί κυρίως τον μπρούτζο και το ασήμι, αναμειγμένο σε μεγάλες ποσότητες με χαλκό, στο οποίο προσθέτουν αρσενικό για να πάρει λίγη λάμψη , ενώ παράλληλα, όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν , τα επιχρύσωναν.
Ανάλογα με τον τρόπο κατασκευή τους , τα νεοελληνικά κοσμήματα χωρίζονται σε σφυρήλατα, διάτρητα, χυτά και συρματερά , τα οποία μάλιστα γνωρίζουν μεγάλη άνθιση και αρτιότητα, ενώ το σαβάτι, ένα είδος μαύρου σμάλτου , καθώς και το πολύτιμο σμάλτο και οι γυάλινες χρωματιστές πέτρες συχνά συμπληρώνουν τον διάκοσμο.
Διαδήματα με πολλά μικρά στοιχεία ή νομίσματα που κρέμονται στο μέτωπο , επιστήθια κοσμήματα ΄΄κουστέκια΄΄ με αλυσίδες χιαστή και σταυρούς πουστόλιζαν το στήθος των γυναικών , πόρπες βαρύτιμες, με σφυρήλατο πολύπλοκο φυτικό διάκοσμο , γιορντάνια για το λαιμό, βραχιόλια με αλυσίδες που συχνά φτάνουν μέχρι του αγκώνες, ενώ πρωτεύοντα ρόλο έχει η ζώνη, η οποία τόσο από την Κρητομυκηναϊκή εποχή, όσο και κατά την Βυζαντινή , έχει συμβολικό χαρακτήρα, ενώ παράλληλα χρησίμευε και ως διακριτικό σημείο της κοινωνικής τάξης και του αξιώματος.
Στις μέρες μας, 2.500 εργαστήρια παράγουν κάθε χρόνο, κοσμήματα αντάξια της μακρά παράδοσης και ιστορίας.


Χρ.Γουργιώτη